αποινί


αποινί
ἀποινί επίρρ. (Α) [άποινα]
δίχως ποινή, ατιμωρητί.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποινί — unpunished indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σοκαράς — Ημιορεινός οικισμός (616 κάτ., υψόμ. 320), στην επαρχία Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στα βορειοδυτικά του Πύργου. Είναι έδρα της ομώνυμης κοινότητας (15 τ. χλμ., 994 κάτ.), στην οποία ανήκουν και άλλοι τρεις μικρότεροι οικισμοί, το… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.